Ετικέτες

,

«Ροκ σκηνή τότε σήμαινε: όχι στα ιταλικά τραγούδια, μίσος για τη δεξιά και για οποιαδήποτε απόχρωσή της, αντιεξουσιαστικές τάσεις με την κυριολεξία της φράσης κι όχι με τις ερμηνίες που τις έδωσαν στο δρόμο οι διάφοροι θεωρητικοί, χιούμορ κι ερωτισμός. Οσον αφορά την μουσική, όποιος τολμούσε ν’ ακούσει και Beatles, ακόμα υπήρχε περίπτωση να μην του ξαναπούν καλημέρα. Εάν στην Αθήνα αυτό ήταν λιγάκι μαλακό, στην Θεσσαλονίκη ήταν απόλυτα αυστηρό».

«Ηδη τώρα έχουμε μια παράδοση τριάντα χρόνων ελληνικού ροκ. Μετά από πενήντα χρόνια θα μιλάμε όπως και για το ρεμπέτικο και το δημοτικό. Η παράδοση δημιουργείται, δεν γεννιέται. Από το κενό δεν βγαίνει τίποτε».

«Σήμερα με τις μουσικές και στιχουργικές ελευθεριότητες έχουμε καταλήξει κατά βάση λόγω του μάρκετινγκ, σε μουσικά κατασκευάσματα όπου κυριαρχούν η πλακίτσα, οι κλισαρισμένοι στίχοι, οι εντυπωσιακές ρηχές ενορχηστρώσεις, οι δήθεν μουσικές επιμιξίες και φυσικά τα άθλια ελληνικά…».

«Μ’ αρέσουνε ορισμένα κομμάτια απ’ το δίσκο του Πουλικάκου «Εκδρομές – Μεταφορές ο Μήτσος» που είναι αποτέλεσμα συλλογικής δουλειάς των Τριανταφύλλου, Δαπέρη, Labizzi και Πουλίκα. Το είδος της μουσικής των Socrates δεν μου άρεσε ιδιαίτερα ποτέ, αλλά όλοι τους είναι άψογοι μουσικοί. Πιστεύω ότι ο Σπάθας είναι μέσα στους πέντε καλύτερους κιθαρίστες της Ευρώπης».

«Πραγματικά δεν ξέρω ποιός είναι ο δικός μου ρόλος στο ελληνικό ροκ και είναι ένα θέμα που ποτέ δεν αναρωτήθηκα γι’ αυτό. Αλλά αισθάνομαι πάρα πολύ μεγάλη ευθύνη απέναντι στον κόσμο που με ακούει. Δηλαδή άμα φύγω από ένα μέρος που έχω παίξει και βλέπω ότι δεν έχουνε πάει καλά τα πράγματα, είμαι άρρωστος κυριολεκτικά, σα να έχω κάνει το μεγαλύτερο σφάλμα της ζωής μου. Αντίθετα όταν δω ότι κι εγώ και το κοινό τη βρίσκουμε είναι απ’ τις μεγαλύτερες ηδονές της ζωής μου».

Advertisements